Μουσικά Νέα

Memoirs Are the New Rock ‘N’ Roll: A Year With Swollen Appendices, Brian Eno’s Diary

Ο Γιώργος Δρόσος αναλαμβάνει να μας ξεναγεί κάθε μήνα στις σελίδες βιβλίων γραμμένων από αγαπημένους μουσικούς μέσα από τη στήλη Memoirs Are the New Rock ‘N’ Roll. Στο δεύτερο επεισόδιο συναντάμε το A Year With Swollen Appendices, Brian Eno’s Diary, επειδή ...Είναι όλα θέμα πλαισίου

Προς το τέλος του 1994, ο Brian Eno αποφάσισε να ολοκληρώσει κάτι που δεν είχε καταφέρει σε όλη του τη ζωή. Να κρατήσει ημερολόγιο για ένα ολόκληρο έτος (συνήθως σταματούσε τον Γενάρη). Ο –ασυνήθιστος- λόγος για τον οποίο αποφάσισε κάτι τέτοιο ήταν για να μπορεί να προγραμματίζει συγκεκριμένες δραστηριότητες για τον εαυτό του και τη σύζυγό του, Anthea. Η επιθυμητή διαδικασία του προγραμματισμού δεν κράτησε πολύ, αλλά το ημερολόγιο γράφτηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1995 και κυκλοφόρησε σε μορφή βιβλίου το 1996. Ως πρακτική, τα ημερολόγια αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της βρετανικής εκδοτικής παραγωγής, διατηρώντας ένα συγκεκριμένο στυλ γραφής το οποίο είναι εμφανές και εδώ (Από τις προτάσεις απουσιάζουν συχνά τα ρήματα ή τα υποκείμενα ή οι κτητικές αντωνυμίες, πολλές από αυτές ξεκινούν με προθέσεις, πολλά ονόματα και άλλες συνηθισμένες λέξεις αντικαθίστανται από τα αρχικά τους κ.ό.κ.).

ebi_1.jpg

 

Δεν είναι πάντα ευχάριστο ανάγνωσμα το A Year With Swollen Appendices – από τη μία δεν μπορείς παρά να αισθανθείς ζήλεια για τον Brian Eno και τη ζωή που έχει, τις δουλειές που κάνει, τους ανθρώπους που συναναστρέφεται, για το ότι μπορεί να ζει από την τέχνη και να γράφει και να στοχάζεται πάνω σε αυτή. Από την άλλη ακόμα και ένα τέτοιο βιβλίο, με τέτοιους πρωταγωνιστές, δεν σου κρατά πάντα το ενδιαφέρον. Ενίοτε καταντούν κουραστικές αυτές οι εξιστορήσεις των περίτεχνων φαγητών που μαγείρεψε ο ίδιος ή η σύζυγός του, τα ταξίδια (για ακτιβισμό, για δουλειά ή για διασκέδαση) οι δεξιώσεις και οι διαλέξεις και οι πρεμιέρες και τα εγκαίνια όπου ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ συζητάνε μεταξύ τους για ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ με ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ, σε ένα συνήθως προστατευμένο και ελιτίστικο πλαίσιο (ή μήπως αυτά ακριβώς τα στοιχεία αποτελούν την πηγή της προαναφερθείσας ζήλειας;).

Δεν είναι πάντα ευχάριστο ανάγνωσμα κι όμως σε γενικές γραμμές είναι – και ευχάριστο και ενδιαφέρον. Το 1995, ήταν μια πολύ ιδιαίτερη χρονιά για τον Eno. Ήταν η χρονιά κατά την οποία, μεταξύ πολλών άλλων, δούλεψε με τον David Bowie για το Outside (που σηματοδοτούσε την επανεκκίνηση της μεταξύ τους συνεργασίας αλλά και τον κατά γενική ομολογία καλύτερο δίσκο που είχε κάνει ο Bowie από την εποχή του Scary Monsters), με τους U2/The Passengers για το Original Soundtracks 1, με τον Jah Wobble για το Spinner, και με τους James πάνω σε κομμάτια που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο Whiplash (αν και όχι σε δική του παραγωγή, τελικά). Ήταν επίσης η χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε να διδάσκει στο Royal College of Art, αλλά και στην οποία έγραψε μουσική μέσω του ειδικού software Koan Pro (μουσική που κυκλοφόρησε το 1996 στον δίσκο Generative Music 1 with SSEYO Koan Software Αλλά κεντρική θέση στη δραστηριότητά του είχε ο πόλεμος στη Βοσνία, και τα καλλιτεχνικά project στα οποία συμμετείχε προκειμένου να εκφράσει την αντίθεσή του σε αυτόν και την αλληλεγγύη του με τον λαό της Βοσνίας (ο προαναφερθείς δίσκος των Passengers, ο δίσκος The Help Album του ιδρύματος War Child, οι επισκέψεις και οι ομιλίες που έκανε στη Βοσνία και την Κροατία, καθώς και το Κέντρο Μουσικής για Παιδιά, που σχεδιάστηκε και χρίστηκε στην πόλη του Mostar, με συμβολή και του Eno).

Παρά το ελιτίστικο πλαίσιο για το οποίο έγινε λόγος στην πρώτη παράγραφο, ο ίδιος ο Eno κάθε άλλο αποκομμένος από την πραγματικότητα είναι – και κάθε άλλο παρά απουσιάζει η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα από τη ζωή και το έργο του, και κατ’ επέκταση από το A Year of Swollen Appendices. Εκτός του ότι παρατηρεί αυτό το αρτιστίκ στυλ ζωής, και τους ανθρώπους που το ζούνε με μια περιστασιακά κριτική ματιά, στο ημερολόγιο σχολιάζονται μερικά από τα πιο σημαντικά γεγονότα της εποχής – οι βομβιστικές επιθέσεις στην Οκλαχόμα, η επίθεση της αίρεσης Aum Shinrikyo στο μετρό του Τόκιο με το θανατηφόρο αέριο σαρίν, η εξάπλωση του Internet (και το ιστορικής σημασίας, καθότι προφητικό, βιβλίο του Nicholas Negreponte “Bein Digital”), η gender theory, η σαρωτική δύναμη του Χόλυγουντ. Στο επίμετρο του βιβλίου (περισσότερα γι’ αυτό αργότερα) αναφέρεται στο πώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο φτιάχνεται ένας δίσκος ή παίζεται μια συναυλία επηρεάζει τη μουσική (ως σύνθεση, ως ηχογράφημα ή ως επιτέλεση).

Μα πάνω απ’ όλα, το βιβλίο μας ανοίγει ένα παράθυρο στον τρόπο δουλειάς και στο λαμπρό μυαλό ενός από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες –όχι απλώς μουσικούς- των τελευταίων δεκαετιών. Οι ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, εικαστικού τύπου παρατηρήσεις του Eno για τους ανθρώπους που συναντά –διάσημους ή όχι-, οι σύντομες αναλύσεις του για τη μουσική που ακούει, για τις εκπομπές που βλέπει, για το παρόν και το μέλλον, μας δίνουν να καταλάβουμε ότι δικαίως θεωρείται ένας από τους πιο ευφυείς ανθρώπους της εποχής μας. Ακόμα κι όταν διαψεύδεται ή όταν εκφράζει μια γνώμη που ξενίζει –όπως π.χ. προβλέποντας ότι η ανθρωπότητα θα αποφύγει τελικά να εφαρμόσει τη παγκόσμια διασύνδεση μέσω web από τον φόβο τρομοκρατικών χτυπημάτων ή ότι το Pulp Fiction δεν είναι δα και τόσο καλή ταινία- η ευφράδεια της έκφρασής του και η ευρύτητα της σκέψης του είναι αξιοθαύμαστες.

Μεγάλο μέρος της υπό εξέταση χρονιάς, ο Eno το περνάει στο στούντιο –το προσωπικό του και άλλα, επεξεργαζόμενος μουσική δική του ή τρίτων, δουλεύοντας στο Photoshop και το Bliss, επεξεργαζόμενος εικόνες, σημειώνοντας και διαβάζοντας, γράφοντας γράμματα και e-mail. Άλλες φορές είναι ικανοποιημένος, άλλες φορές είναι κωμικά εκνευρισμένος. Ενώ θα μπορούσε να βγάζει κηρύγματα περί του ότι αγγίζει γίνεται χρυσός και περί του ότι βγαίνει από τα χεράκια του (και το στοματάκι του) είναι εξ ορισμού αριστούργημα, ο Eno δεν κρύβει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της καλλιτεχνικής δημιουργίας καταλαμβάνεται από απογοητεύσεις, παρεξηγήσεις, βαρετές δουλειές (όπως το να καθαρίζεις το στούντιο σου), ευτυχή ατυχήματα, επισκέψεις σε πρεμιέρες και άλλες εκδηλώσεις, συνεννοήσεις με απρόθυμους φοιτητές ή με αλαζονικά επίμονα στελέχη χολυγουντιανών κολοσσών. Ακόμα και η συνεργασία του με τον Bowie δεν παρουσιάζεται σαν κάτι το μαγικό και το διαρκώς άψογο (αν και ο ίδιος ο Bowie ως τέτοιος φαντάζει, ακόμα και μέσα από τις περιγραφές ενός τόσο στενού του συνεργάτη).

Η προσέγγιση του Eno θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τρεις φράσεις που υπάρχουν σε ισάριθμες καταχωρήσεις του ημερολογίου του. Η μία αναφέρει: «Προτιμώ πάντα να φτιάχνω κάδρα. Να φτιάχνω το πλαίσιο παρά το περιεχόμενό του». Σύμφωνα με τη δεύτερη: «Αν το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να βγάζω χρήματα από αυτά που κάνω, τώρα θα ήμουν φτωχός». Και τέλος: «Κάνε πολύ δύσκολα πράγματα, απλώς και μόνο για να τα κάνεις» (Τον εντυπωσιάζουν, αναφέρει, οι πελώριοι πίνακες του Jan Fabre που είναι φτιαγμένοι εξ ολοκλήρου με ένα μολύβι μεγέθους 6Η, όπως και η τόλμη της Marina Abramovich και του Ulay να περπατήσουν ολόκληρο το Σινικό τείχος).

Ξεκινώντας, όπως πολλοί Βρετανοί ροκ μουσικοί των sixties και των seventies, από σχολή καλών τεχνών (ή εφαρμοσμένων τεχνών, σε άλλες περιπτώσεις), ο Eno στράφηκε προς τη μουσική κυρίως χάρη σε μια διάλεξη του Pete Townshend των The Who στο πανεπιστήμιό του. Ο Townshend, ο οποίος είχε επίσης περάσει από καλλιτεχνική σχολή και είχε ενσωματώσει ιδέες του performance artist Gustav Metzger στην τραγουδοποιία και τις συναυλίες της μπάντας του, ανέφερε στη διάλεξη αυτή πως το να ξέρεις κάποιο όργανο δεν είναι απαραίτητο για να παίξεις ή να γράψεις μουσική. Αυτή ήταν μια ιδέα που ιντρίγκαρε τον Eno, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να πειραματίζεται με μαγνητοταινίες και άλλους αβάν γκαρντ πειραματισμούς.

Έτσι, ο ρόλος του και στους Roxy Music και στις σόλο δουλειές του αλλά και σε άλλους δίσκους στους οποίους συμμετείχε ως μουσικός ή/και παραγωγός είχε να κάνει με το στοχασμό πάνω στη μουσική (συχνά με όρους εικαστικούς), με τη δημιουργία συγκεκριμένων concept ή κατευθυντηρίων ως προς τη σύνθεση και την ηχογράφηση, παράλληλα με την επεξεργασία του ήχου, τη μίξη και ούτω καθεξής – σαν ένας θεωρητικός, σαν ένας διανοούμενος, ο οποίος παράλληλα συμβάλλει πρακτικά, ενεργά και με πολύ γόνιμο τρόπο στη δημιουργία του εκάστοτε καλλιτεχνικού έργου.

brian-eno.jpg

Αλλά ταυτόχρονα παραμένει ένας δεινός ακροατής, ένας άνθρωπος που προσέχει και αγαπά με μανία τη μουσική – όπως και τον θόρυβο, όπως και τη σιωπή. Μερικά από τα θετικότερα σχόλιά του αφορούν καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς όσο οι James, οι Cranberries, ο Arto Lindsay, ο Robert Quine, ο Arto Lindsay. Μαζί με τα παραπάνω, προλαβαίνει να κάνει σύντομες αλλά γόνιμες παρατηρήσεις του για τον Elvis (μια συλλογή του οποίου ακούει με τις κόρες του), για το Maxinquaye του Tricky, για το Metal Machine Music του Lou Reed ή για τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες που αναδεικνύει στη διασκευή του Donny Elbert στο “Where Did Our Love Go?” των Supremes.

Αυτή η πλευρά του στοχαστή, του θεωρητικού, του διανοητή, του χιουμορίστα υπάρχει σε μεγάλη δόση στο ημερολόγιο. Αλλά το βιβλίο δεν αποτελείται μόνο από τις καταχωρήσεις του Eno για τη ζωή του κατά το έτος 1995. Το “Swollen Appendices” στον τίτλο έχει να κάνει και με το ότι η συνεργάτιδά του, Michelle Ferguson, είχε πρόβλημα με τη σκωληκοειδίτιδά της (appendix) προς το τέλος της επίμαχης χρονιάς, αλλά και το ότι το βιβλίο περιέχει και ένα πολύ μεγάλο επίμετρο (επίσης appendix στα αγγλικά) που φιλοξενεί γράμματα, άρθρα, διηγήματα και δοκίμια του Eno επί παντός επιστητού. Και είναι εκεί όπου ο συγγραφέας Eno πραγματικά δίνει ρέστα. Εκεί είναι που ο τρόπος σκέψης και δουλειάς του αναδεικνύεται για τα καλά. Και είναι για αυτό το επίμετρο που στ’ αλήθεια αξίζει να αποκτήσει κανείς το βιβλίο.

Για παράδειγμα, περιγράφοντας περαιτέρω τη διαδικασία ηχογράφησης του Outside στο δοκίμιο Roles and Game-playing, εξηγεί ότι χρησιμοποίησε την προσέγγιση του παλιού καθηγητή του και new media artist Roy Ascott (αλλοτινού καθηγητή και του Townshend) προκειμένου να δώσει καινούριους ρόλους, καινούριες ταυτότητες (και άρα καινούριους τρόπους μουσικής συμπεριφοράς) στους μουσικούς, μεταξύ αυτών και στον Bowie. Αλλού υπερασπίζεται τη Madonna, ακριβώς επειδή στην αρχή της καριέρας της ήταν τόσο βασισμένη στην εικόνα (άλλωστε, όλη η popular μουσική είναι και ένα εικαστικό και οπτικό φαινόμενο και αυτό αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι, όπως προειπώθηκε πολλές από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του ροκ του εξήντα και του εβδομήντα είχαν τον διπλό ρόλο του μουσικού και του εικαστικού ή του designer). Στο δοκίμιο Sharing Music δίνει μια εξαιρετική περιγραφή της (τότε) μουσικής βιομηχανίας, των συστημάτων ηχογράφησης και διανομής, των πνευματικών δικαιωμάτων και ούτω καθεξής.

 Όπως και στις παραγωγές, έτσι και στη γραφή του, ο Eno δείχνει να θέτει το κατάλληλο πλαίσιο. Και όπως όλα τα ενδιαφέροντα βιβλία, αυτό εδώ δεν χρησιμοποιεί μόνο σαν πηγή πληροφοριών, αλλά σαν πηγή έμπνευσης.

A Year With Swollen Appendices, Brian Eno’s Diary, Faber and Faber, 1995

Γιώργος Δρόσος

 
  • Δημιουργήθηκε στις

Follow Us