Being and Becoming Led Zeppelin

Ο Γιώργος Δρόσος γράφει για τρία ντοκιμαντέρ που αφορούν έμμεσα ή άμεσα τους Led Zeppelin
Συχνά, τα συγκροτήματα που αποτίουν φόρο τιμής σε κάποιο προϋπάρχον καταλήγουν να είναι αντίγραφα τόσο πιστά που να υπερβαίνουν το πραγματικό – και άλλες φορές είναι τόσο μοναδικά που αξίζεινα μελετηθούν ως αυτούσιες και αυτόνομες οντότητες.
Ως μπάντα που όχι μόνο βίωσε σπάνια επιτυχία, αλλά και που αποτελούταν από πολύ ιδιαίτερες περσόνες (ακόμη και ο John Paul Jones ήταν κραυγαλέος ως προς την υπέρμετρη διακριτικότητά του), οι Led Zeppelin είχαν και έχουν εκατοντάδες tribute bands, μερικά εκ των οποίων είναι αρκετά ικανά ώστε να βιοπορίζονται από αυτήν ακριβώς τη δραστηριότητά τους. Ξεχωρίζουν οι Zoso, οι Zepparella, οι Letz Zep, οι Get the Led Out, οι Jason Bonham’s Led Zeppelin Evening, καθώς και οι Lez Zeppelin, τραγουδίστρια των οποίων έχει χρηματίσει και η Μαρλέν Αγγελίδη, πρώην μέλος των Hi-5. Ναι, των Hi-5 του «Ξέρω τι ζητάω».
Σημαντική θέση σε αυτήν την πολυπληθή λίστα κατέχουν επίσης οι Dread Zeppelin, αλλά και ο Ιάπωνας κιθαρίστας Mr. Jimmy (Akio Sakurai) – περιπτώσεις που πάνε πέρα από την απλή απομίμηση και έχουν πολύ «ψωμί» από μόνες τους. Οι παράγραφοι που ακολουθούν μιλούν για τις ταινίες με θέμα αυτά τα δύο acts – και, μαζί, για το πρόσφατο «επίσημο» ντοκιμαντέρ γύρω από την τετράδα των Page-Plant-Jones-Bonham.
Έργα και ημέρες μιας υπερβατικής tribute band – Dread Zeppelin: A Song of Hope (Sharif Nakhleh, 2024)
Στο καταπληκτικό εγχειρίδιο δημιουργικής γραφής (υποτίθεται για παιδιά, αλλά μια χαρά χρησιμεύει και σε ενήλικες) Η Γραμματική της Φαντασίας, ο Gianni Rodari προτείνει διάφορες μεθόδους που βοηθούν στην επινόηση μιας ιστορίας, μεταξύ αυτών και το φανταστικό διώνυμο: συνταιριάζοντας δύο λέξεις οι οποίες φαντάζουν ασύνδετες (π.χ. «πιγκουίνος» και «Σαχάρα» ή «άλογο» και «νοσοκομείο»), ο/η συγγραφέας μπαίνει στη διαδικασία να σκαρφιστεί μια εξήγηση γιατο πώς μπορεί να συναντήθηκαν δύο άσχετοι μεταξύ τους κόσμοι ή/και να αποκαλύψει τι συνέβη άπαξ και συναντήθηκαν.
Κατά κάποιον τρόπο, οι Dread Zeppelin αποτέλεσαν κι αυτοί ένα φανταστικό διώνυμο, και ως προς το ίδιο το όνομά τους (με το Dread να παραπέμπει στα τζαμαϊκανά dreadlocks) και ως προς το ρεπερτόριό τους: μια μπάντα που έπαιζε ρέγκε διασκευές σε κομμάτια των Led Zeppelin (και άλλων hard rock συγκροτημάτων). Ή ίσως και ένα φανταστικό τριώνυμο, μιας και σε αυτό το φαινομενικά αλλόκοτο μίγμα προσέθεσαν και ένα τρίτο στοιχείο, το οποίο επίσης μπορεί να θεωρηθεί άσχετο με τα υπόλοιπα δύο (αλλά δεν είναι): έναν frontman που ντυνόταν και τραγουδούσε στο στυλ του Elvis Presley.
Παρόλο που, σε τελική ανάλυση, ο ήχος τους (αλλά και το χιούμορ τους, η σκηνική τους παρουσία και οι ενδυματολογικές τους επιλογές) διέθετε πολλά κοινά με άλλες μπάντες που ξεπήδησαν λίγο πριν ή λίγο μετά από τη σκηνή της Δυτικής Ακτής (Red Hot Chili Peppers, Janes’ Addiction, Primus), καθώς και με τον πολιτογραφημένο Καλιφορνέζο Frank Zappa, σήμερα οι Dread Zeppelin μνημονεύονται κυρίως ως μια ασυνήθιστη tribute band.
Και, ναι, υπήρξαν όντως μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, όχι μόνο χάρη στη μουσική και σκηνική προσέγγισή τους, αλλά και επειδή έφτασαν σε επίπεδα αναγνώρισης και εμπορικότητας σπάνια για ένα συγκρότημα που δημιουργήθηκε για να διασκευάζει/παρωδεί/αναδεικνύει τα τραγούδια άλλων: κατάφεραν να μπουν στα chartsτου Billboard,περιόδευσαν εκτενώς στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο κόσμο, εμφανίστηκαν σε διάφορα mainstream media καθώς και σε ταινίες μυθοπλασίας, ενώ έχαιραν και της εκτίμησης του ίδιου του Robert Plant (ο οποίος εμφανίζεται επανειλημμένα στην ταινία, μέσα από αρχειακό υλικό).

Εξώφυλλο του περιοδικού Kerrang! με τον Plantνα φοράει μπλούζα DreadZeppelin
Φυσικά, ένα πείραμα όπως αυτό έχει συγκεκριμένο «ταβάνι», και οι Dread Zeppelin δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν επ’ αόριστον την αρχική δημοτικότητά τους. Το ντοκιμαντέρ του Sharif Nakhleh αφηγείται μια κλασσική ιστορία ανόδου και πτώσης: η ροκ μπάντα που γνωρίζει επιτυχία, αλλά διαλύεται υπό το βάρος των δημιουργικών διαφωνιών μεταξύ των μελών της, των καταχρήσεων, των αλλεπάλληλων περιοδειών και άλλων υποχρεώσεων, καθώς και της ίδιας της μουσικής βιομηχανίας (βιομηχανίας που οι Dread Zeppelin προσπάθησαν να σατιρίσουν και να ανατρέψουν εκ των έσω).
Γυρισμένο με μάλλον πενιχρά μέσα, και όχι ακριβώς συναρπαστικό οπτικά, πάντως το …A Song of Hope θέτει, όπως έθεσαν μέσα από το καλλιτεχνικό τους έργο και οι ίδιοι οι Dread Zeppelin, ερωτήματα γύρω από τη διασημότητα, τη δημιουργικότητα και όλο αυτό που λέμε κόσμο του θεάματος.
Πού να το δεις: Ελεύθερα διαθέσιμο στο YouTube
Ο επίμονος Ιάπωνας: Mr. Jimmy (Peter Michael Dowd, 2019)
Ο Akio Sakurai ήξερε από νεαρή ηλικία τι θέλει να κάνει στη ζωή του: να γίνει ο Jimmy Page. Μελετώντας εδώ και δεκαετίες κάθε επίσημα ή ανεπίσημα ηχογραφημένη συναυλία, κάθε στούντιο άλμπουμ, κάθε βιβλίο, κάθε φωτογραφία, ταινία και βίντεο των Led Zeppelin, ο Sakurai έμαθε να αναπαράγει τον ήχο, το στυλ (ενδυματολογικό και άλλο) και τις πόζες του κιθαρίστα από οποιαδήποτε μεμονωμένη εποχή της μπάντας, σε σημείο που να μπορεί να ξεχωρίζει και να αναλύει λεπτομερώς ακόμη και τις μικροαλλαγές που συντελούνταν στο παίξιμο του Page όχι απλώς από τη μία χρονιά στην άλλη, αλλά και εντός του ίδιου έτους. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, η ομοιότητα μεταξύ των δύο κιθαριστών όντως καταλήγει απόκοσμη κάποιες φορές.
Βέβαια, όλη αυτή η μεθοδικότητα και η αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στη λεπτομέρεια έχει κι ένα τίμημα: συχνά κατά τη διάρκεια της ταινίας, κάποιος συνεργάτης ή κάποια συνεργάτιδα του Mr. Jimmy (όπως είναι το stage name του), εκφράζει την κούραση που του/της προκαλεί το ακραίο πείσμα του κιθαρίστα να δημιουργήσει ή να γίνει ένα πιστό αντίγραφο. Είτε πρόκειται για σχεδιάστριες κοστουμιών είτε για τεχνικούς κιθαρών και ενισχυτών, η διαδικασία είναι εξ ορισμού δύσκολη. Ο ίδιος ο Sakurai το κατανοεί αυτό, αλλά είναι σαν να μην μπορεί να κάνει αλλιώς – και το θέμα της ταινίας είναι στην ουσία αυτή η εμμονή.
Διότι αν, απ’ ό,τι φαίνεται, οιbehind-the-scenes συνεννοήσεις δεν κυλάνε και τόσο επώδυνα, δεν συμβαίνει το ίδιο κάθε φορά που ο Mr. Jimmy καλείται να διαπραγματευτεί το κατεξοχήν αντικείμενο της δουλειάς του: οι συγκρούσεις με άλλους μουσικούς αποτελούν ένα βασικό συστατικό στοιχείο του ντοκιμαντέρ ειδικά από το δεύτερο μισό και μετά.
Η επιμονή του Sakurai να μην παίξει απλώς «τα χιτάκια», αλλά να αναπαραγάγει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τον ήχο (και όχι μόνο) κάθε μεμονωμένης συναυλίας των Led Zeppelin –μιας μπάντας εθισμένης στον αυτοσχεδιασμό–, τον φέρνει σε αντιπαράθεση με διάφορους συνεργάτες του, ειδικά κάποιους από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ που έχουν ήδη όνομα στη συγκεκριμένη «αγορά» και χωρίς αυτόν.
Ενίοτε, βέβαια, η επιμονή του Sakurai αποδίδει καρπούς. Το πρώτο διάστημα της συνεργασίας του με τους Led Zepagain, μία από τις πλέον διάσημες tribute bands αυτής της θεματικής, περνάει όντως το δικό του, αλλά τελικά οι δρόμοι τους χωρίζουν. Στους Mr. Jimmy Led Zeppelin Revival, τα ίδια. Και στις δύο περιπτώσεις, η υπομονή των άλλων μουσικών εξαντλείται.

- To 2012 ο Jimmy Page παρακολούθησε συναυλία του Mr. Jimmy στο Τόκιο, και εξέφρασε τον ενθουσιασμό του για τον Ιάπωνα κιθαρίστα. Η συνάντηση έπεισε τον Sakurai να κυνηγήσει πιο ενεργά το όνειρό του, μεταναστεύοντας στις ΗΠΑ και καταλήγοντας στους Led Zepagain (screenshot από την ταινία).
Υπάρχει, όμως, ένα happy ending. Όπως συνέβη και με τους Dread Zeppelin, η δικαίωση έρχεται από το στρατόπεδο των Led Zeppelin. Ο Sakurai προσλαμβάνεται τελικά στους Jason Bonham’s Led Zeppelin Evening, την μπάντα που δημιούργησε ο γιος του πιθανώς καλύτερου ροκ ντράμερ όλων των εποχών.
Από τα τρία ντοκιμαντέρ που εξετάζονται στο παρόν άρθρο, το Mr. Jimmy είναι το πιο εντυπωσιακό,τουλάχιστον από εικαστικής άποψης – συμβάλλουν σε αυτό και τα επιβλητικά τοπία της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ, φυσικά και αστικά, αλλά και η σκηνοθετική ματιά του Dowd, ο οποίος αποδεικνύεται μάστορας όχι μόνο στα καδραρίσματα, αλλά και στη δημιουργία ατμόσφαιρας (σε κάποια πιο ποιητικά πλάνα), καθώς και στην όλη ροή του storytelling. Η ταινία γυρίστηκε επί επτά χρόνια, καταγράφοντας διάφορα σκαμπανεβάσματα στην καριέρα αυτού του τόσο ξεχωριστού μουσικού, ο οποίος συνεχίζει να είναι ενεργός.
Πού να το δεις: Μέσω των συνδέσμων στην επίσημη ιστοσελίδα της ταινίας
Ελέγχοντας το αφήγημα: Becoming LedZeppelin (Bernard MacMahon, 2025)
Πολλοί είναι οι πιθανοί λόγοι που τα τελευταία χρόνια κατακλυζόμαστε από αυτοβιογραφίες και επίσημα εγκεκριμένες βιογραφίες μουσικών, σε διάφορα formats (βιβλία, ταινίες, ντοκιμαντέρ, κόμικ, ακόμη και podcasts): προφανώς, τέτοιες κυκλοφορίες λειτουργούν ως μια έξτρα πηγή εισοδήματος και δημοσιότητας, ειδικά αφ’ ης στιγμής η μουσική βιομηχανία τελεί υπό μόνιμο χαροπάλεμα˙ επιπλέον, πολλοί από τους καλλιτέχνες που υπογράφουν ή εγκρίνουν τέτοιες διηγήσεις της ζωής τους έχουν φτάσει σε ένα χρονικό σημείο όπου το περισσότερο έργο τους βρίσκεται μάλλον πίσω τους παρά μπροστά τους κι οι ίδιοι βρίσκονται πλέον σε μια φάση αναστοχασμού˙ενδεχομένως,επίσης, να νιώθουν την ανάγκη να πειραματιστούν με νέες μορφές έκφρασης˙ μπορεί απλώς να ακολουθούν μια τάση, ένα meme (με την αυθεντική έννοια του όρου, όπως την είχε εισαγάγει ο Richard Dawkins).
Ή, πολύ απλά, αισθάνονται πως μόνο έτσι μπορούν να ελέγξουν το αφήγημα, να ξεδιαλύνουν τις παρανοήσεις και τις φήμες που κυκλοφορούν σχετικά με αυτούς και τη δουλειά τους. Αυτός είναι μάλλον και ο λόγος που σε πολλά πρόσφατα ντοκιμαντέρ του συγκεκριμένου υποείδους περιλαμβάνονται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά συνεντεύξεις με τους ίδιους τους πρωταγωνιστές (βλ. αυτό για τους DEVO ή εκείνο για τον Robbie Williams, για να μη μιλήσουμε για το αριστουργηματικό Amy του Asif Kapadia ή ακόμη και το The Beatles: Get Back, το οποίο αποτελεί στην ουσία μια παραλλαγή ή ίσως και το άκρον άωτον αυτής της προσέγγισης).
Την ίδια φόρμουλα υιοθετεί και το Becoming Led Zeppelin, προφανώς εν γνώσει των ίδιων των εναπομείναντων μελών της μπάντας. Η ταινία αφορά τα πρώτα χρόνια –και τα τρία πρώτα άλμπουμ– των Zep, εξ ου και το “Becoming” του τίτλου. Με εξαίρεσητο αρχειακό υλικό, της ίδιας της μπάντας και άλλο, το ντοκιμαντέρ αποτελείται μόνο από συνεντεύξεις των τριών επιζώντων –του Jimmy Page, του Robert Plant και του John Paul Jones– συν κάποια ηχητικά αποσπάσματα από συνέντευξη του εκλιπόντος φίλου τους, John Bonham,η οποία δεν είχε δημοσιοποιηθεί ποτέ πριν στο παρελθόν. (Όπως συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια σε αντίστοιχα ντοκιμαντέρ –βλ. το The Last Dance, την προαναφερθείσα σειρά του Netflix για τον Robbie Williams και πολλά άλλα– δεν ακούμε απλώς αυτάτα ηχητικά αποσπάσματα, αλλά παρακολουθούμε τις αντιδράσεις των Page, Plant και Jones ενώ τα ακούν κι εκείνοι.)
Όλα καλά μέχρι εδώ, μόνο που κάτι μοιάζει να λείπει: ίσως να φταίει ότι τα πιο πολλά πλάνα αρχείου (π.χ. η καταιγιστική εμφάνισή τους στη δανική τηλεόραση, όταν ακόμη δεν τους είχε πάρει χαμπάρι πολύς κόσμος) καθώς και οι πληροφορίες που μοιράζονται οι Page-Plant-Jones να είναι ήδη γνωστά σε φανς της μπάντας˙ ίσως να είναι ότι τα πλάνα και τα σκηνικά στις συνεντεύξεις των τριών που έχουν γίνει επί τούτω για το ντοκιμαντέρ φαίνονται βαρετά έως και φτηνιάρικα, σαν να επιλέχτηκαν πρόχειρα και χωρίς πολλή σκέψη˙ ίσως να είναι πολύ απλά το γεγονός ότι η αφήγηση, στο λεκτικό επίπεδο, γίνεται μόνο από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές.
Κάτι τέτοιο έχει ενδιαφέρον σε άλλες περιπτώσεις (όπως στην προαναφερθείσα ταινία του Kapadia), αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι υπερβολικά απλό και στρωτό. Η μόνη φορά που ένας από τους πρωταγωνιστές βγαίνει εκτός του τυποποιημένου set των συνεντεύξεων είναι όταν ο Page επισκέπτεται την όχθη του ποταμού απέναντι από το σπίτι (δηλαδή, ούτε καν το ίδιο το σπίτι) όπου κατοικούσε ο ίδιος την εποχή που γραφόταν το πρώτο άλμπουμ τους.
Βέβαια, αν κάποι@ θέλει να μάθει γι’ αυτά τα πρώτα χρόνια των Led Zeppelin, η ταινία του MacMahon αποτελεί μία από τις πλέον περιεκτικές πηγές – άσε που θα τα πληροφορηθεί απευθείας από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές.
Πού να το δεις: Netflix
Περισσότεροι Zep επί της οθόνης:
The Song Remains the Same (Peter Clifton και Joe Massot, 1976)
Χαοτική ως προς τη δημιουργία της και ισάξια με το This Is Spinal Tap σε κάποιες σκηνές της, αυτή εδώ η ταινία (υποτίθεται πως) καταγράφει τις τρεις συναυλίες των Led Zeppelin στο Madison Square Garden, το καλοκαίρι του 1973. Εμβόλιμες, διάφορες στιγμές από το backstage, από fans στον εξωτερικό χώρο του MSG, κ.λπ.– και, μαζί, κάμποσες εμβόλιμες ταινίες μικρού μήκους που δείχνουν τη ζωή των τεσσάρων Zep εκτός περιοδείας, καθώς καιδιάφορες εξωφρενικές φαντασιώσεις τους (όχι ερωτικού περιεχομένου).
Almost Famous (Cameron Crowe, 2000)
Όντας ακόμη στην πρώιμη εφηβεία, ο Crowe ξεκίνησε συνεργασίες με σημαντικά μουσικά περιοδικά της εποχής (Creem, Rolling Stone, Circus), ακολουθώντας διάσημους καλλιτέχνες των ΄70s σε περιοδείες. Μεταξύ αυτών, φυσικά, και οι Led Zeppelin. Αυτή εδώ η ταινία μυθοπλασίας είναι βασισμένη στις εμπειρίες του από εκείνη την εποχή.
Οι Stillwater, η επινοημένη μπάντα που κατέχει κεντρική θέση στο φιλμ, αποτελεί στην ουσία ένα συνδυασμό από συγκροτήματα που γνώρισε ο Crowe ως έφηβος μουσικογραφιάς, ενώ ο κιθαρίστας της, Russell Howard, είναι εμπνευσμένος, μεταξύ άλλων, από τον Robert Plant (και όχι τον Jimmy Page), μιας και ο μετέπειτα σκηνοθέτης είχε αναπτύξει φιλία με τον τραγουδιστή ενώ «κάλυπτε» δημοσιογραφικά την περιοδεία των Zep στις ΗΠΑ και τον Καναδά, το 1975. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ατάκες της ταινίας («Είμαι ένας χρυσός θεός!») στην πραγματικότητα ειπώθηκε και αυτή από τον Plant, στην ίδια εκείνη περιοδεία.
It Might Get Loud (Davis Guggenheim, 2008)
Αφιερωμένο στην ηλεκτρική κιθάρα, μέσα από το βλέμμα τριών δεξιοτεχνών (Page, The Edge, Jack White), το φιλμ του Guggenheim περιλαμβάνει την κατεξοχήν απόδειξη του πόσο μεγάλος ήταν ο αντίκτυπος των Led Zeppelin στους μουσικούς των επόμενων γενιών: πρόκειται για τη στιγμή που ο Jimmy Page παίζει live το riff του “Whole Lotta Love” – κι οι άλλοι δύο τινάζονται απ’ τις θέσεις τους και παρακολουθούν αχόρταγα τα χέρια του ανθρώπου που άλλαξε τη ρότα της ζωής τους.
Μπόνους:
(Όπως και οι Beatles, έτσι και οι Led Zeppelin είναι πολύ φειδωλοί ως προς τις άδειες που παραχωρούν για τη χρήση αυθεντικών ηχογραφήσεών τους σε ταινίες ή σειρές. Ενώ γυριζόταν η σκηνή του Battle of the Bands από το School of Rock, ο Jack Black βιντεοσκόπησε τον εαυτό του και άλλα χίλια άτομα που ήταν παρόντα στο set να παρακαλούν εν χορώ τους Page, Plant και Jones ν’ αφήσουν ν’ ακουστεί το “Immigrant Song” στην ταινία. Και, προφανώς, το αίτημα εγκρίθηκε.)